ΠΑΛΑΙΟΙ ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΠΛΑΤΑΝΟΥ

Ένας άλλος παλιός τύπος του Πλατάνου ήταν ο Κώστας Πολύχρονος η Κόντζας ο χασάπης, ο μουστακαλής, με τη βαρελωτή κοιλιά και τη μεγάλη μύτη. Ο Πολύχρονος είχε τα δικά του γούστα και καλαμπούρια. Δε χόρταινε εύκολα μεζέδες μερακλίτικους και μπρούσκα γνήσια Πλατανιώτικα κρασιά. Μόλις άκουγε δημοτικό τραγούδι, έστριβε το μουστάκι κι έμπαινε στο χορό. Κι ας κρέμονταν και το ζωνάρι σβάρνα. Γλεντούσε πάντα στα πανηγύρια, αλλά και με παλιά γραμμόφωνα.

Πολύ μεγάλη αδυναμία του ήταν και ο σκύλος του. Ένας σκύλος μαλλιαρός και νταμαρλής πιστός ακόλουθος και σύντροφος του. Τον έλεγε Κάιζερ. Τον έπαιρνε και στα καφενεία και σε ταβέρνες του χωριού μας και σε άλλους χορούς, τον έβαζε και χόρευε μιμητικά, όπως ο ίδιος κι ο σκύλος ακολουθούσε τον αφέντη ως και στον απόπατο(!). Του ‘χε τόση αγάπη ο Πολύχρονος, που δεν  τον αποχωρίζονταν ποτέ, σε ύπνο και σε ξύπνο, και τόνε τάιζε λουκούλλεια, απ’ τα χασαπαριό του. Κάποτε είχε μαζί του μια συκωταριά και την πήγαινε για την ταβέρνα του χωριού μας. Μα ο Κάιζερ για να παίξει μαζί του, του την άρπαξε με το σακούλι, την κρατούσε στα δόντια του και τη χόρευε (!). Κι ο Πολύχρονος χαριτολογώντας του ‘λεγε: «Που την πας ρε χαδιάρη Κάιζερ τη συκωταριά εσύ: Αφού τη συνταγή για το μαγείρεμα την έχω εγώ (!)…

Ο Κώστας Πολύχρονος η Κόντζας είχε όμως άσχημο τέλος όπως διαβάζω στο βιβλίο του Γ. Κόκκα «ΠΛΑΤΑΝΙΩΤΙΚΑ». Λέει ο Κόκκας: «Ο Κώστας Πολύχρονος η Κόντζας, έσφαξε στο Πολυχρονέϊκο και κρέμασε μια μέρα ένα τομάρι στη μάντρα που ήταν απέναντι από το χασάπικο. Η μάντρα ήταν του Μήτρου Καρμανιόλα και αυτός θύμωσε. Πήγε ζήτησε τον λόγο του Πολύχρονου και από λόγο σε λόγο πιάστηκαν. Ο Πολύχρονος με τη χαντζάρα που λιάνιζε, τον χτύπησε από το στήθος ως κάτω στην κοιλιά και βγήκαν έξω τ’ άντερά του. Αυτός ο Καρμαντολομήτρος, αν και ήταν σ’ αυτή την κατάσταση χτύπησε με ένα μαχαίρι τον Πολύχρονο ως είκοσι μαχαιριές. Ο τελευταίος έφυγε από εκεί αλλά άμα έφτασε έξω από το Σισμανέϊκο έπεσε» Πέθαναν και οι δύο. (Διήγηση Κώστα Παναγιωτόπουλου)».

Αυτό ήταν το τέλος του μερακλή Γιώργου Πολύχρονου Κόντζα.

ΚΩΣΤΑΣ Α. ΔΕΔΟΠΟΥΛΟΣ

                      

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ»

ΣΤΗΝ ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΕΙΟ  ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Όσοι δεν προφτάσανε ν΄ αγοράσουνε το βιβλίο του Κώστα Α, Δεδοπούλου «Το Χωριό μου ο Πλάτανος», τώρα μπορούν να το ζητήσουνε  στη Παπαχαραλάμπειο βιβλιοθήκη Ναυπάκτου.

 

ΛΑΧΕΙΟΦΟΡΟΣ ΑΓΟΡΑ «ΠΛΑΤΑΝΟΣ»

Αύγουστος 2000, δια να πληρωθούν τα όργανα. Αξίας Λαχνού 1000 δρχ.

1. Ένα ταξίδι Πάτρα- Ιταλία για 2 άτομα με επιστροφή (προσφορά Super Fast Ferries.

2. Ένα ταξίδι στην Σαντορίνη για 2 άτομα με επιστροφή (προσφορά Super Fast Ferris).

3. Ένα ταξίδι στην Μύκονο για 2 άτομα με επιστροφή (προσφορά Super Fast Ferries).                                       

4.Μια τηλεόραση Philips (προσφορά του Κου Δημητρίου Τσούνη).

5Μια τηλεόραση Philips (προσφορά του Κου Νίκου Παπανικολάου.

6, Ένα ρολόϊ Tissot ανδρικό (προσφορά Συλλόγου).

7 Ένα ρολόϊ unisex ανδρικό (προσφορά Συλλόγου).

8. Ένα ρολόϊ unisex ανδρικό (προσφορά Συλλόγου).

Σύλλογος Πλατανιωτών Αθήνας

 

ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ

(Κοκορέτσι)

Τα εντόσθια απ’ τα κατσίκια, τ’ αρνιά, τις γίδες, πρατίνες τραϊά τα κάνουμε κοκορέτσι.

Πλύνουμε καθαρά τ’ άντερα, τ’ αναποδογυρίζουμε με το αδράχτι για να καθαρίσουν καλά, βγάνουμε τη χολή από το συκώτι και φουσκώνουμε τα πνευμόνια.

Μετά κόβουμε λουρίδες τα συκώτια και πλεμόνια και τα τυλίγουμε γύρω γύρω με τ’ άντερα. Ρίχνουμε αλάτι, ριγανούλα, πιπέρι και τα περνάμε στη σούφλα και τα ψήνουμε στα κάρβουνα η στο ταψί και το ψήνουμε στη γάστρα.

Ήταν πολύ νόστιμο. Κοκορέτσι στον Πλάτανο κάνανε πάντα το Πάσχα όταν έσβαζαν τ’ αρνί, όταν γιόρταζαν, στους αρραβώνες και στους γάμους και τα πανηγύρια. Το είχαν για το καλύτερο μεζέ. Το συνόδεύαν με Πλατανιώτικο κρασί. 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΚΙΑ ΠΟΥ ΦΥΤΡΟΣΕ ΠΑΝΩ ΣΕ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ

ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΑΝΟΥ ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΣ

(Και δεν υπάρχει πια)

Μικρή συκιά που φύτρωσες

πάνω σε κυπαρίσσι,

τους κλώνους σου στον ουρανό

κουνάς σα να του δίνεις

ρεγάλο δυο μαυρόσυκα,

καθώς έχει ευδοκήσει

κι αυτό το χρόνο φυτικό

παράξενο να μείνεις.

Θανάσης Παπαθανασόπουλος

Αθήνα 11.11.1993

 

ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΣΤΟΝ ΠΛΑΤΑΝΟ

Η ΤΡΑΜΠΑΛΑ: Γινόταν από δύο ξύλα. Το ένα στερεωνόταν γερά στη γη στο επάνω μέρος κατέληγε κάπως σε οξύτερη άκρη. Το άλλο ήταν ένα μακρύ και επίμηκες ξύλο, συνήθως από ολόκληρο κορμό μικρού έλατου και στη μέση είχε ένα βαθούλωμα (τρύπα), ώστε να στηρίζεται οριζόντια και να ισορροπεί στην αιχμηρή άκρη του άλλου παραπάνω ξύλου. Τα παιδιά έπεφταν με την κοιλιά στα άκρα του οριζοντιωμένου ξύλου και γύριζαν γύρω-γύρω, η επάνω κάτω, ποιος θα νικήσει. Νικητής ήταν αυτός που θα κρατήσει τον άλλο ψιλότερα για ένα λεπτό.

Αυτό ήταν ένα από τα ωραία παιχνίδια των μεγάλων παιδιών.

(Από το αρχείο του Κ.Α. Δεδοπούλου)

 

ΠΛΑΤΑΝΙΩΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

-Νίκου Α. Παπανικολάου, καθηγητή: «ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΡΗ» (Συντήρηση μνήμης.

-Κώστα Α. Δεδόπουλου: «Το Χωριό μου ο Πλάτανος», Εκδ. ΑΚΙΔΑ, Αθήνα 2000, σ. 182.

-ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ, Ενημερωτικό φυλλάδιο, επιμέλεια Κώστα Α. Δεδόπουλου, σ.35.

                    

                

ΖΩΗ ΚΑΙ ΚΟΤΑ

΄Οσο νάσαι μεγάλος και δυνατός, έρχεται μια μέρα ένας κύριος που τον λένε «θάνατο». Σε κοιτάζει, λοιπόν, δεν τ’ αρέσουνε τα μούτρα σου και σου κάνει ειρωνικά, να πούμε:

-Δεν περνάτε δια μίαν μακράν ανάκρισιν;

Σε βάζουνε σε μια κασονάρα, ψέλνουνε  κατενθουσιασμένοι οι παπάδες που πέσανε  στην οικονομισιά, κλαιει η χήρα σου και συλλογίζεται ότι πρέπει να βρει κάτι άλλο για παρακάτου και σε κουτσομπολεύουνε και νεκρό οι άλλοι, όχι τίποτ’ άλλο, να περάσει η ώρα τους. Και μετά ποιος αδειάζει να σε... –μη το πούμε, θα μας κατηγορήσουν πάλι ότι τα λέμε ξετσίπωτα, αλλά έτσι είναι.

«Πέννυ»

 

ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΛΑΤΑΝΙΩΤΙΚΟ

Ένας Πλατανιώτης πήγε μια φορά στο Θέρμο να ιδεί μια νύφη που του κάνανε συμπεθεριά. Μόλις πήγε στο σπίτι της νύφης του λένε-καθίστε να πάρετε ένα νεραντζάκι. Πήρε το νεραντζάκι, του άρεσε το σιρόπι.

-Μου δίνεται λίγο ακόμη λέει στη κοπέλα;

Όπου του δίνει δυο βάζα, παρακαλώ. Και φεύγοντας ο Πλατανιώτης της ορκίσθηκε στο κατώφλι:

-Εγώ θα σε παντρευτώ εσένα, μωρή γκιόσα.

Και την παντρεύτηκε...

 

Η ΑΛΙΚΗ ΣΤΟΝ ΠΛΑΤΑΝΟ

Ετούτο και αν είναι είδηση. Οι κάτοικοι του Πλατάνου δυσανασχέτησαν με τα τεκταινόμενα γύρω από την προτομή της αείμνηστης Αλίκης Βουγιουκλάκης.

Ζητούν, λοιπόν επίμονα, να στηθεί αυτή η προτομή στον Πλάτανο και μάλιστα στο χώρο που βρίσκεται μπροστά στο Πολιτιστικό τους Κέντρο

Σε όσους αναρωτιούνται γιατί προέκυψε αυτή η διακαής επιθυμία, θα πρέπει να τους θυμίσουμε ότι η αείμνηστη ηθοποιός είχε επισκεφθεί πολλάκις τον Πλάτανο και ένα ωραιότατο και πλουσιότατο αφιέρωμά της κοσμεί τον Πολιούχο του χωριού.

Ας πούμε και τούτο: προσωπικός της γιατρός ο Πλατανιώτης καθηγητής κ. Νικόλαος Παπανικολάου, ο οποίος ήταν και η αιτία των δεσμών της Αλίκης με τον Πλάτανο.

Το υπουργείο Πολιτισμού ας το σκεφθεί κι ας πάρει στα σοβαρά αυτή την ευγενική πρόταση των Πλατανιωτών.

Λεωνίδας Κωλέττας (Από το «Εμπρός»)

 

ΑΠΟ ΟΣΑ ΜΑΣ ΣΤΕΛΝΟΥΝ ΜΕ ΤΟ E- MAIL

Κύριε Δεδόπουλε, Για σας.

Συγχαρητήρια που βάλατε τον Πλάτανο στο  Ιντερνέτ, για την ιστορία και τις ωραίες φωτογραφίες.

Με φέρνεις πίσω το 1946- 47. Ήμουνα τότε 12 χρονών, εγώ και το μουλάρι μου.

Ο Ελληνικός Στρατός με πήγαν εκεί να πολεμήσουμε τους αντάρτες στο χάνι του Λιόλιου.

Θα σε επισκεφθώ πάλι στο Ιντερνέτ να ειδώ και άλλα για τον Πλάτανο.

              Συγχαρητήρια

          Νίκος Δημόπουλος   

 

ΚΑΛΩΣ ΤΑ ΔΕΧΤΗΚΑΜΕ

Άμα πεθάνει κανάς μεγάλος στο χωριό μας, γίνονται κατά σειράν τα εξής αστειότατα: Πρώτα-πρώτα βαράνε οι καμπάνες και ρωτιέται ο κοσμάκης.

- Τι έγινε, ρε παιδιά;... ποιος πέθανε;

Χαίρονται κατά κανόνα οι χωριανοί γιατί ο θάνατος εξισώνει όλους, αλλά κάνουν τον λυπημένο. Κατά βάθος φράγκο δεν δίνει κανένας από τους χωριανούς και με την ίδια την όρεξη τρώνε τη φασολάδα τους. Τα κουβεντιάζουνε, στους καφενέδες, στον  κύκλο τους και λένε «καλός ήτανε ο καημένος», λένε «βλάκας ήτανε και τον έκανε όπως ήθελε η γυναίκα του κι’ η κλίκα του», η λένε «καλύτερα κι’ ασιχτίρι μας είχε πρήξει», άσχετο αν κάποιος άλλος θα τους πρήξει χειρότερα.

Μετά πάνε όλοι σε προσκύνημα να δούνε τον πεθαμένο. Πιο πολύ πάνε να πειστούνε ότι πράγματι πέθανε και τον ξεφορτώθηκαν...

Στην κηδεία πάνε όλοι. Κλαινε οι συγγενείς που χάσανε το άνθρωπό τους, με πραγματικά δάκρυα κάνουνε ότι κλαινε κείνοι που θα επωφεληθούνε και λογαριάζουνε τι θα τους αφήσει η επιχείρηση «θάνατος». Μουρμουρίζουνε οι παπάδες και είναι έξω φρενών που έχουνε ξεποδαριαστεί.

Έτσι είναι η ζωή αγαπητοί μου χωριανοί, έτσι είναι ο θάνατος κι’ άμα πέθανε ο Βασίλης, γίνανε κι εδώ τα ίδια, παντού τα πάντα μη ξεχνάμε. Μόνο που ο Βασίλης δεν είχε παιδιά και βρεθήκανε να μαλώσουνε άλλοι για την κληρονομιά.

«Πέννυ»

                                                     

                          Τότε

                    «Το Θάμα»

-Άλλο και τούτο! Μέγας είσαι Κύριε!!!

Η θεία Κίτσαινα έχει ώρα σταματημένη κάτω από μια ψιλή κολώνα. Ρίχνει καμιά ματιά προς την κορυφή της. Ύστερα λέει κάτι στον εαυτό της, Σταυροκοπιέται!...

Ενενήντα πέντε χρόνια κουβαλάει στην πλάτη της! Μεγάλο το βάρος.

Το βαστάει όλο μονάχη της! Ούτε ραβδί. Ίσως για τούτο λύγισε λίγο!

-Και πως γίνεται, τούτο το θάμα, γυιέ μου; Ρωτάει τον νέο που είναι ανεβασμένος κατάκορφα στην κολώνα.

-Μην τα ρωτάς γιαγιά! Κάπου τούτη τη στιγμή πατίσανε ένα κουμπί και...

-Πολύ μακρυά γυιέ μου; Τι σόι κουμπί είναι τούτο;

-Ου! Πολύ μακρυά γιαγιά. Μην τα ρωτάς καθόλου! Τότε ακριβώς φθάνω κι εγώ με τα παιδιά. Πάμε για την εκκλησία. Είναι του Αγίου Δημητρίου σήμερα. Γιορτή του χωριού!

-Τι κουβεντιάζεις, θεία Κίτσαινα; Ρωτάω. Δεν απαντάει. Κοιτάζει πάλι ψηλά! Ξαναρωτάω και τότε...

-Ήταν να το δω και τούτο με τα μάτια μου! Ας είναι δοξασμένος ο Θεός! Και σταυροκοπιέται πάλι!

Κατάλαβα... Μόλις, λίγη ώρα πριν, άναβαν, για πρώτη φορά, σε τούτο το ξέμακρο χωριό, τα ηλεκτρικά φώτα! Ο πολιτισμός «εν όψει» της Θειάς- Κίτσαινας!!! Ήταν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα! Με κάμποση καθυστέρηση, βέβαια. Αλλά ας είναι...Ποτέ δεν είναι αργά!!!     ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΩΛΕΤΤΑΣ

(Από το βιβλίο του «Η γενέθλια Γη μου» Αθήνα 1972)

 

Σήμερα  

Αν θυμήθηκα εκείνα τα λόγια της συχωρεμένης πιά- θείας –Κίτσαινας είναι γιατί πριν λίγο καιρό η περιοχή μας, ολόκληρος σχεδόν ο Δήμος Πλατάνου, συνδέθηκε με την κινητή τηλεφωνία. Έτσι μας βλέπεις, στους δρόμους, στις πλατείες, στις ρεματιές να μιλάμε με όποιον θέλουμε και όπου θέλουμε.

Δεν είδα όμως κανένα μα κανένα να σταυροκοπιέται για το καινούριο «θαύμα».Ρώτησα πολλούς γιατί άραγε να μην κάνουν ότι έκανε και η θεά- Κίτσαινα τότε. Μου απάντησαν: Μα αυτό ήταν αναμενόμενο. Ξέραμε ότι κάποια στιγμή θα συνδεόμαστε και μεις με την κινητή τηλεφωνία, αφού συχνά και καθημερινά βλέπουμε τους άλλος παρα-πέρα να μιλάνε. Ήταν δηλαδή φυσιολογικό και επόμενο.

Πάνε τα «θαύματα» δε γίνονται πιά...

           Λεωνίδας Κωλέττας

            Δήμαρχος Πλατάνου

 

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ «ΑΛΩΝΑΚΙ»

ΤΟ ΚΑΜΑΡΙ ΤΟΥ ΠΛΑΤΑΝΟΥ

Από την ημέρα που ανακαινίσθηκε , έχει αναβαθμίσει ολόκληρη την προσωπογραφία του Πλατάνου.

Το ενδιαφέρον στην υπόθεση είναι πως το ξενοδοχείο «Αλωνάκις» ιδιοκτησία του Δημήτρη Ραμπαούνη, του οποίου η αγάπη και ο νόστος για τον Πλάτανο, τον ώθησαν και ανακαίνισε το ξενοδοχείο, το οποίο δεν έχει να ζηλέψει απολύτως τίποτε από τα πρώτης τάξεως ξενοδοχεία.

Είναι Πλατανιώτες σαν τον Δημήτρη Ραμπαούνη, οι οποίοι δεν μένουν στα λόγια και στα ευχολόγια για τον τόπο της καταγωγής τους, αλλά περνούν στην πράξη και κάνουν έργα, αυτοί οι οποίοι συντηρούν ζωντανά τα χωριά μας.

Αξίζει χίλιες φορές να περάσετε φίλοι και φίλες τις διακοπές σας στον Πλάτανο, στην άνεση του «Αλωνάκι», με τα ωραία φαγητά του και το ωραίο περιβάλλον.

(Τα τηλέφωνα για κρατήσεις δωματίων είναι: 0634-61315, 61440).

Κ. Δεδόπουλος

 

ΣΤΗΝ ΑΠΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ

Από το υπό έκδοση βιβλίο του Καθηγητή κ Νίκου Παπανικολάου-Πλατάνου με τίτλο «ΑΣΒΗΣΤΕΣ ΜΝΗΜΗΣ» μεταφέρουμε με την άδειά του τις παρακάτω σελίδες:

«Το μάτι των «δεξιών» το ένοιωθα αγριωπό πάνω μου. Την Πολιτοφυλακή των ανταρτών, την αντικατέστησε η Εθνοφυλακή του Στρατού. Ένας έφεδρος ανθυπολοχαγός, ο Κριπαράκος, φοιτητής της Νομικής, όπως διαπίστωσα αργότερα, με μια ομάδα στρατιωτών ήρθαν να επιβάλουν την τάξη στην μετά την απελευθέρωση αναρχούμενη περιοχή μας. Έκαναν ανακρίσεις για να εκτιμήσουν τη δραστηριότητα όσων είχαν εκτεθεί στις γραμμές του ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ. Οι ΕΔΕΣίτες ήταν τα χαϊδεμένα παιδιά του στρατού αφού ο αρχηγός τους Ναπολέων Ζέρβας έγινε αργότερα και υπουργός.

Στις 14 του Σεπτέμβρη του 1945 την ημέρα του Σταυρού, βγαίνοντας από την εκκλησία με το αντίδωρο στο χέρι, ένας εθνοφύλακας με περίμενε στην πόρτα της.

-Έλα εσύ μαζί μου! Μου λέει σε αυστηρό τόνο.

«Για ανάκριση θα με θέλει», σκέφτηκα, κατεβαίνοντας τα σκαλιά της εκκλησίας έστριψα δεξιά για το γραφείο του Κριπαράκου, στο δεύτερο όροφο του σπιτιού του Νίκου Σέτου, που τον χρησιμοποιούσαν, άλλοτε για να στεγάσει παραθεριστές, άλλοτε για ξενοδοχείο, άλλοτε για αντάρτικο νοσοκομείο  και για άλλες διάφορες χρήσεις. Εκείνη την εποχή ήταν το «στρατηγείο» του Κριπαράκου.

-Όχι από εκεί. Από εδώ! Μου λέει ο εθνοφύλακας και με σπρώχνει ίσα μπροστά.

Το ίσα μπροστά έβγαινε στην αποθήκη του Μανού, του Μήτσου του Γερμανού, που εκείνη την εποχή φιλοξενούσε ποντίκια. Ήταν κλειστή με τα ρολά κατεβασμένα. Σήμερα είναι το καφε-παντοπωλείο του Αντώνη Βλάντη. Ο εθνοφύλακας τράβηξε ένα ρολό προς τα πάνω, άνοιξε τη τζαμένια πόρτα και με σπρώχνει.

-Μπες μέσα! Κατέβασε το ρολό και άκουσα το κλειδί να γυρίζει μέσ’ στη σκουριασμένη κλειδαριά.

«Τι είναι τούτο πάλι», σκέφτηκα, περιεργαζόμενος τους αραχνιασμένους τοίχους και το πάτωμα, που σε κάθε βήμα μου απειλούσε να θα με στείλει ολόρθο στο κατώι. Δεν πρόλαβα να σκεφτώ περισσότερα και να πάλι η σκουριασμένη κλειδαριά, το ρολό ν’ ανεβαίνει και να μπαίνει μέσα με την έκπληξη ζωγραφισμένη στα μάτια του ένας απ’ τους καλύτερους χωριανούς μου, ο Σταύρος Κουκιάς, τσαγκάρης. Μόνο γελαστό τον ξέραμε τον μπαρμπα-Σταύρο. 

-Κι συ Νίκου μ’, γιατί;

-Που να ξέρω μπαρμπα-Σταύρο!

-Σαν απόλυσ’ η κλησιά, πάαινα για το σπίτι μ’ κι’ ήρθι και μ’ έπιασε ένα ζαγάρ’. Τι θέλνε απού μας;

Δεν πρόλαβε να τελειώσει την κουβέντα του ο μπαρμπα –Σταύρος και ξανά το ρολό απάνω. Στο άνοιγμα του πρόβαλαν δυο. Ο Γαβρίλης Τσίπουρας, χασάπης, και ο Χαράλαμπος Κοκορώνης, επιδέξιος μαραγκός. Το χαμόγελό του δεν το έχανε ποτέ ο Χαράλαμπος. Το διατηρούσε και στο έμπα του στην αποθήκη.

-Καλώς σας βρίκαμ’ συναγωνιστές, λέει και τον πιάνουν τα γέλια.

-Τι είν’ τούτο που μας βρήκε, τι μας θέλνε, τον ρωτάει ο μπαρμπα-Σταύρος. Και ο Χαράλαμπος αγέρωχος τ’ απαντάει.

-Χέστους!

-Εγώ θα σ’ πω Σταύρο, ακούγεται μια φωνή από την πόρτα, που πριν προλάβει να κλείσει, ξανάνοιξε. Ήταν ο Γιάννης Τσουκαλής, σαμαράς στο επάγγελμα, που σαν πέθαινε κάποιος στο χωριό τούφτιανε την κάσα με πρόχειρα σανίδια τυλιγμένα με μαύρο ύφασμα, όταν ήταν γέρος η φτωχός, και με καλύτερα τυλιγμένα με φανταχτερό ύφασμα και στολισμένα με φιογκάκια όταν ήταν νέος η παραλής. Από πίσω του ακολουθούσε ο αδερφός του, ο Γιώργος Τσουκαλής χρυσός άνθρωπος.

-Τι ξερς Γιάννη μ’; τον ρωτάει ο μπαρμπα-Σταύρος.

-Για ανάκρισ’ μας θέλνε. Ψάχνε να βρούνε κρυμμένα όπλα των ανταρτών και ένα ασύρματο.

-Κι τι ξέρουμ’ ιμείς από τέτοια;

Ξερς δεν ξερς, κάτσι κάτω τώρα και μην κρενς, τ’ απαντάει ο Γιάννης. Η πόρτα κλείδωσε πίσω μας για αρκετή ώρα. Πιστέψαμε πως εμείς ήμασταν όλοι κι όλοι οι φυλακισμένοι στην αποθήκη του

Μανού. Κατά το μεσημέρι το ρολό ανέβηκε ξανά. Ένα αμούστακο, στη δική μου ηλικία, παιδί, λαχανιασμένο, γιατί το έφεραν από τη Βονώρτα, τον Κάτω Πλάτανο, ο Μιχάλης Δανιάς, μαθητής Γυμνασίου, πρόβαλε στην πόρτα.

Όλοι γύρω μου ήταν ώριμοι άντρες, ο μικρότερος, δεκαοχτάρης, ήμουν εγώ. Χάρηκα σαν είδα το Μιχάλη. Να έχω κάποιο να τα λέω. Ποιος ξέρει πόσες ημέρες θα τραβήξουν τις ανακρίσεις.

-Μαζί μου έπιασαν και το Γιάννη Κυριαζή. Αυτόν τον πάνε κατευθείαν στο Κριπαράκο. Εμένα μ’ έσπρωξαν εδώ, μας πληροφόρησε ο Μιχάλης. Ο Γιάννης Κυριαζής ήταν μαθητής Γυμνασίου κι αυτός, συνομήλικός μας.

Ως το μεσημέρι όλοι στο χωριό μιλούσαν για τη «φυλακή του Μανού» και τους εγκλείστους της. Μερικοί μας έβγαζαν περισσότερους. Όσους δεν έβλεπαν στην πλατεία από τους «συναγωνιστές», τους θεωρούσαν φυλακισμένους.

Μας έζωσε η πείνα. Ήρθε το μεσημέρι και η πόρτα δεν έλεγε να ανοίξει. Όσο θυμόμασταν όλοι το γιορταστικό λόγω της ημέρας στρωμένο τραπέζι να μας περιμένει στο σπίτι, τόσο περισσότερο έσφιγγε το στομάχι μας.

Η αποθήκη είχε παράθυρο που έβλεπε στην αυλή του Νίκου Κολοκύθα. Εκεί ήρθαν οι δικοί μας τ’ απόγευμα. Να μας δουν μέσα απ’ τα κάγκελα του παραθύρου. Η μάνα μου έκλαιγε. Η αδερφή μου κουνούσε τα χέρια της χαιρετώντας μας. Η Σταύραινα, η γυναίκα του Σταύρου Κουκιά, ήταν πιο πρακτική. Είχε μαζί της μια μπόλια, μια πετσέτα φαγητού, γεμάτη πρόχειρο φαί. Τσιτωμένη όπως ήταν μόλις άφηνε τις τέσσερις άκρες να δέσουν σε κόμπο. Κρατούσε τη μπόλια και μας την έδειχνε. Ο μπαρμπα-Σταύρος βγήκε στο παράθυρο και της έγνεψε νάρθει από την άλλη πόρτα, από την πλατεία, να βρει κάποιο εθνοφύλακα, να του δώσει τη μπόλια και αυτός να μας τη δώσει.

Όταν το πέτυχε αυτό η Σταύραινα το είπε και στις άλλες οικογένειες των κρατουμένων. Έτσι δεν πεινούσαμε. Ο Γιάννης Κυριαζής ακόμα να γυρίσει από τον Κριπαράκο. Τόσες ώρες ανάκριση! Αργότερα μάθαμε πως αυτόν τον είχαν για πιο σκληρό. Δεν έφεραν μαζί μας στην αποθήκη, προτίμησαν ν’ ανοίξουν τον καταρράκτη και να τον πετάξουν στο Σεταίικο κατώι.

Νύχτωσε. Η πλατεία έρημη. Όλοι κλείστηκαν στα σπίτια τους. Οι «αριστεροί» φοβισμένοι για τις εξελίξεις, οι «δεξιοί» σκεφτικοί. «Δεν είπαμε και φυλακή, το παρατράβηξαν οι εθνοφύλακες. Είπαμε μια κουβέντα, αλλά όχι και φυλακή. Γιατί μας εκθέτουν;»

Μαζί με τις μπόλιες φαγητού, πριν βραδιάσει, κατέφθασαν και βελέντζες. Τις στρώσαμε για στρώμα κι όπως ήμασταν ντυμένοι πέσαμε να κοιμηθούμε. Οι περισσότεροι άγρυπνοι. Του Χαράλαμπου του κόπηκε το γέλιο. Είχε βάλει τις παλάμες του πίσω απ’ το κεφάλι και ανάσκελα, όπως ήταν, κοιτούσε συλλογισμένος το αραχνιασμένο ταβάνι. Δεν είχε τύψεις. Δεν τον ένοιαζε η φυλακή. Μόνο εκείνα τα παραθυρόφυλλα, που δεν πρόλαβε να τελειώσει, είχε για έγνοια του.

Ο μπαρμπα-Σταύρος έσμιξε τις παλάμες του, τις έβαλε κάτω από το μάγουλό του, μάζεψε τα πόδια του, έγειρε δεξιά και παραδόθηκε στον ύπνο. Εγώ με το Μιχάλη  ανοίξαμε κουβέντα. Δεν μας έπιανε ύπνος.

-Βούλωστο, ρε Βαζάκη, θέλω να κοιμηθώ! Φώναζε ο μπαρμπα-Σταύρος σε μένα. Τον πατέρα του παππούλη μου τον φώναζαν Βαζάκη, γιατί πάντα έψαχνε το βαζάκι με τον ταμπάκο, που ροφούσε. Ψάχνοντάς το φώναζε: «το βαζάκι, το βαζάκι!» Βαζάκη βάφτισαν και το γιο του, τον παπούλη μου, και αφού εγώ πείρα το όνομα του παπούλη, Βαζάκης ήμουν κι εγώ!

Εγώ το βούλωσα και δεν ξαναμίλησα, σεβόμενος το μπαρμπα-Σταύρο. Το ρολό δεν βούλωσε, δεν τον σεβάστηκε και εκεί που «τον πήρε» νάτο μέσα στη νύχτα απάνω.

-Σταύρος Κουκιάς! Μαζί μου! Ήταν η φωνή του Λαϊνά, του λοχία του τμήματος της Εθνοφυλακής, από κάποιο χωριό του Ξηρόμερου.

Ο μπαρμπα- Σταύρος μάζεψε τα βρακιά του, φόρεσε το σακάκι, έφερε τη ματιά του μια γυροβολιά σε μας και αμίλητος χάθηκε μέσ’ στο σκοτάδι πίσω απ’ τον εθνοφύλακα.

-Άρχισαν τα όργανα! Λέει ο Χαράλαμπος Κοκορώνης.

-Για ανάκρισ’ τουν πάνε. Θα τον ξαναφέρουν πάλι, αποφαίνεται ο Γιάννης Τσουκαλής.

-Ιγώ μια φουρά δε σκιάζουμ’, τι θα μας κάμουν; Συμπληρώνει ο Γαβρίλης Τσίπουρας.

-Γάμησέ τους! Πετάγεται ο Γιώργος Τσουκαλής. Τους έχω γραμμένους στα Λιόκια μ’. έλεγε τ’ αρχίδια ο Γιώργος.

Δεν άργησε να γυρίσει ο μπάρμπα-Σταύρος.

-Μην σκιάζεστε! Ου Κριπαράκος μ’ έβαλι κάτου και με ρώταε αν ξιέρου που έχνε χουμένα οι αντάρτες τα όπλα τς’ κι ένα ασύρματου. Του απάντεα πως ιγώ πέρα απ’ τα ψίδια μ’ και τα τσαγκαροσούφλια μ’ δεν ξιέρου τίποτ’ άλλο, καπτάνιε μ’. Ε! Αυτό ήταν και μ’ άφησε να γυρίσου. Ικείνου του καημένου του παιδί, τον Λαδιοάννης ήταν ο Γιάννης Κυριαζής, που τον έλεγαν όπως τον πατέρα του, και Λαδιά.

Όλοι μέσα στη νύχτα περάσαμε το ανεβασμένο ρολό, το πεζοδρόμιο στου Τσουράπα το καφενείο, στρίψαμε αριστερά κι ανεβήκαμε τις σκάλες για τον Κριπαράκο. Μονότονη η απάντηση στο ίδιο με τον μπαρμπα-Σταύρο ερώτημα για όπλα και για ασύρματο.  

-Δεν ξέρουμε τίποτε. Σε μας θα εμπιστευθούν οι αντάρτες τον οπλισμό τους!

Το άλλο βράδυ, οι ίδιες οι ερωτήσεις και ίδιες οι απαντήσεις. Μας έπαιρναν νύχτα για να μη μας βλέπει ο κόσμος. Ξέραμε πότε θ’ άρχιζε το σύρτα-φέρτα. Όταν θα έβαζαν στο γραμμόφωνο το δίσκο τους με το τραγούδι: «κάθε φορά που θα σε δω Μαρίτσα μου, στην πόρτα σου να βγαίνεις, εμένανε μαραίνεις».

-Παιδιά η Μαρίτσα! Ετοιμαστείτε!,  φωνάζαμε σαν η μελωδία έφτανε ως την αποθήκη-φυλακή. Δεν μάθαμε γιατί βάζανε δυνατά αυτό το τραγούδι. Ίσως για να σκεπάσουν τα βρισίδια, τις Παναγίες, και το ξυλοκόπημα του Γιάννη Κυριαζή, ίσως γιατί φοβόντουσαν πως την ώρα της ανάκρισης κάτι θα  συνέβαινε που δεν έπρεπε να φτάσει στα αφτιά των χωριανών μας μέσα στη σιγαλιά της νύχτας. Πρωταγωνιστής στα ζοριλίκια ο λοχίας Λαϊνάς.

Δεν θυμάμαι πόσες μέρες μας φυλάκισαν . Τον Κριπαράκο τον αντάμωσα αργότερα στο προαύλιο του Πανεπιστημίου. Δεν είχε τελειώσει τη Νομική, όταν ήταν επιστρατευμένος εθνοφύλακας στον Πλάτανο. Του έδωσα γνωριμία, με θυμήθηκε και μου είπε πως από το χωριό μου ένα ξεχώρισε, που προσπαθούσε να τον πείσει να μη δίνει σημασία σε καταγγελίες. Τον συμβολαιογράφο Νίκο Πρωτοπαπά».

 


Copyright© 2000-2001 Plataniotis.com